7η μέρα διασωληνωμένος ο Γιώργος Μυλωνάκης: Ο φόβος του αγγειοσπασμού και η άρνηση των γιατρών να τον ξυπνήσουν
Από τη Λένα Αλεξίου
Σε κρίσιμη αλλά σταθερή κατάσταση εξακολουθεί να νοσηλεύεται ο Γιώργος Μυλωνάκης, ο οποίος παραμένει διασωληνωμένος στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του Νοσοκομείο Ευαγγελισμός, διανύοντας ήδη την έβδομη ημέρα νοσηλείας του.
Ο υφυπουργός υπέστη ρήξη ανευρύσματος στις 15 Απριλίου, έπειτα από λιποθυμικό επεισόδιο κατά τη διάρκεια σύσκεψης στο Μέγαρο Μαξίμου, γεγονός που προκάλεσε άμεση κινητοποίηση των γιατρών και την εισαγωγή του στην Εντατική.
Σύμφωνα με το τελευταίο ιατρικό ανακοινωθέν, που εκδόθηκε το πρωί της Δευτέρας, η κατάστασή του χαρακτηρίζεται σοβαρή αλλά ελεγχόμενη, χωρίς να έχει υπάρξει έκτοτε νεότερη επίσημη ενημέρωση. Οι θεράποντες ιατροί παρακολουθούν στενά κάθε εξέλιξη, ενώ εκτιμάται πως μετά τη συμπλήρωση περίπου δέκα ημερών θα υπάρχει πιο σαφής εικόνα για την πορεία της υγείας του.

Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του, στο πλευρό του βρίσκονται συνεχώς μέλη της οικογένειάς του και στενοί συνεργάτες, ενώ δέχεται επισκέψεις από πρόσωπα του πολιτικού και φιλικού του περιβάλλοντος, που ενημερώνονται για την κατάσταση από την ιατρική ομάδα.
Οι επόμενες ημέρες θεωρούνται ιδιαίτερα κρίσιμες, καθώς οι γιατροί επικεντρώνονται στην πρόληψη και την αντιμετώπιση πιθανών επιπλοκών. Μεταξύ των βασικών ανησυχιών είναι ο κίνδυνος αιμορραγίας ή επαναρραγίας, ειδικά σε περιπτώσεις όπου το ανεύρυσμα έχει ήδη επιβαρυνθεί.

Ιδιαίτερη προσοχή δίνεται και στο ενδεχόμενο αγγειοσπασμού, μιας κατάστασης κατά την οποία τα αγγεία του εγκεφάλου συσπώνται, περιορίζοντας την αιμάτωση και αυξάνοντας τον κίνδυνο ισχαιμικού επεισοδίου. Παράλληλα, οι γιατροί εξετάζουν το ενδεχόμενο δημιουργίας θρόμβων ή απόφραξης αγγείων, που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε νευρολογικές επιπλοκές.

Καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της κατάστασης παίζει και η ενδοκράνια πίεση, καθώς οποιαδήποτε αύξησή της μπορεί να επιβαρύνει σημαντικά τον οργανισμό του ασθενούς.
Για όλους αυτούς τους λόγους, η παραμονή του στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας κρίνεται απολύτως απαραίτητη, ώστε να υπάρχει άμεση παρέμβαση σε περίπτωση επιπλοκών και να αυξηθούν οι πιθανότητες σταθεροποίησης και σταδιακής ανάρρωσης.













