Λύγισε ο Μπισμπίκης: «Η τέχνη και η Δέσποινα με κρατάνε στη ζωή»-Η ανθρωποφαγία που τον έριξε κάτω

Ο Βασίλης Μπισμπίκης, με αφορμή τη νέα θεατρική του δουλειά, παραχώρησε μια εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη στο ένθετο «Νησίδες» και τη Νόρα Ράλλη, μιλώντας ανοιχτά για τη σκληρή πλευρά της δημοσιότητας, την πίεση που βιώνει ένας καλλιτέχνης, αλλά και τον ρόλο που παίζει η τέχνη ως προσωπικό του καταφύγιο.

Ο ηθοποιός στάθηκε ιδιαίτερα στην τοξικότητα που επικρατεί στον δημόσιο λόγο, ενώ αναφέρθηκε και στη στήριξη που αντλεί από τους ανθρώπους της ζωής του, κάνοντας ειδική μνεία στη Δέσποινα Βανδή.

«Πάνω μου έγινε ανθρωποφαγία»

Απαντώντας σε ερώτηση για τη σύγχρονη λογοκρισία και το κατά πόσο αυτή πηγάζει από τα media, τα social media ή την ανάγκη αποδοχής από το κοινό, ο Βασίλης Μπισμπίκης εμφανίστηκε ιδιαίτερα ειλικρινής.

«Εγώ σωσμένος δεν είμαι, ας ξεκινήσουμε από εκεί. Δεν είμαι σωσμένος. Δεν με προστατεύει τίποτα. Ειδικά τελευταία κοιτάζω να βγει η κάθε μέρα. Μέρα τη μέρα».

Στη συνέχεια περιέγραψε την πίεση που αισθάνεται λόγω της δημόσιας έκθεσης της προσωπικής του ζωής, σχολιάζοντας το κλίμα που επικρατεί:

«Δεν μιλάω για την ιδεολογία, τα συναισθήματα και τα πιστεύω μου. Μιλάω για τα όσα ζω απ’ έξω – αυτά είναι οχετός. Όχι μόνο έχουμε συνηθίσει, αν όχι εθιστεί, στη βία της καθημερινότητας, αλλά στήνουμε και δημόσια δικαστήρια. Τηλεοπτικά συνήθως».

Ο ίδιος εξήγησε ότι έχει βρεθεί πολλές φορές στο επίκεντρο της δημοσιότητας, τόσο για τη σχέση του με τη Δέσποινα Βανδή όσο και για άλλες πτυχές της προσωπικής του ζωής.

«Εγώ το έχω βιώσει στα πάντα μου: για τη Δέσποινα και τη σχέση μας, για το πως κινούμαι, πως φαίνομαι, για το περιστατικό με το αυτοκίνητο».

Δεν έκρυψε, μάλιστα, την ενόχλησή του για τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται δημόσια τέτοια ζητήματα:

«Είναι ασύλληπτα παρεμβατικός ο τρόπος που παρουσιάζονται δημόσια όλα αυτά, πάνω μου έγινε ανθρωποφαγία».

Η ανάγκη αποδοχής και η παγίδα για τους καλλιτέχνες

Ο Βασίλης Μπισμπίκης αναφέρθηκε και στην πίεση που συχνά νιώθουν οι καλλιτέχνες να είναι αρεστοί στο κοινό, τονίζοντας πως αυτή η επιδίωξη μπορεί να λειτουργήσει εις βάρος της αυθεντικότητας.

«Από την άλλη, ως καλλιτέχνης ο καθένας μας φυσικά σκέφτεται το να αρέσει στο κοινό. Και αυτό είναι μια τεράστια παγίδα, γιατί παύεις έτσι να είσαι προσωπικός με την τέχνη σου».

Όπως υπογράμμισε, η συνεχής έκθεση και η δημόσια κριτική μπορούν να επηρεάσουν βαθιά έναν άνθρωπο:

«Όλα αυτά που ανέφερες ως φορείς λογοκρισίας μπορούν να σε κλείσουν στο σπίτι, να σου κλείσουν το μυαλό, να μην μπορείς να είσαι εσύ πραγματικά».

Μάλιστα, παραδέχτηκε πως αν επέτρεπε στις απόψεις των άλλων να καθορίσουν τη ζωή και την εικόνα του, θα είχε χάσει τον εαυτό του:

«Αν εγώ δηλαδή άκουγα όλα όσα λένε για μένα, αν προσπαθούσα να υπάρξω στην εικόνα που θέλουν για μένα, θα είχα χαθεί».

«Με κρατάει η τέχνη, η Δέσποινα και οι άνθρωποί μου»

Σε μια πιο προσωπική εξομολόγηση, αποκάλυψε τι είναι εκείνο που του δίνει δύναμη και τον στηρίζει στις δύσκολες περιόδους της ζωής του.

«Αυτό που αγαπάμε αληθινά. Εμένα με κρατάει η τέχνη, η Δέσποινα και οι δικοί μου άνθρωποι».

Παράλληλα, χαρακτήρισε την τέχνη ως το σημαντικότερο καταφύγιο της ζωής του:

«Η τέχνη είναι μεγάλο καταφύγιο, το μεγαλύτερο στη δική μου ζωή. Γι’ αυτό τον λόγο επέλεξα να κάνω αυτή την τέχνη. Για να φεύγω από την πραγματικότητα και να μπαίνω μέσα σε αυτόν τον κόσμο. Τον θεατρικό».

Μιλώντας για τη δουλειά του, εξήγησε πως στόχος του είναι να προκαλεί σκέψη και να δημιουργεί ουσιαστικό διάλογο μέσα από τις παραστάσεις του:

«Και μέσω αυτού να κάνω τον αγώνα μου για όλους μας. Γι’ αυτό και θέλω ο θεατής, φεύγοντας από την παράσταση, να φύγει με ερωτήματα κυρίως για τον ίδιο».

«Με το σοκ εμβολίζεις καλύτερα την ψυχή του θεατή»

Αναφερόμενος στη νέα του παράσταση, ο ηθοποιός αποκάλυψε ότι επιδιώκει να ταρακουνήσει το κοινό και να το οδηγήσει σε βαθύτερο προβληματισμό.

«Και αυτή η παράσταση είναι ένα σοκ, όπως τα περισσότερα που κάνω. Με το σοκ εμβολίζεις καλύτερα την ψυχή του θεατή».

Όπως είπε, θέλει ο θεατής να συνεχίζει να επεξεργάζεται όσα είδε ακόμη και μετά το τέλος της παράστασης:

«Ώστε να γεννηθούν στο μυαλό του ερωτήματα που τον αφορούν προσωπικά. Αυτό θέλω. Να προβληματιστεί. Να μείνει σε αυτό και μετά».

Ολοκληρώνοντας τη σκέψη του, συνέδεσε τη διαδικασία αυτή με τη δύναμη του ουσιαστικού διαλόγου, παραπέμποντας στις συζητήσεις που δημιουργούσαν οι ταινίες του Γιάννη Οικονομίδη:

«Όπως γίνεται κάθε φορά μετά τις παραστάσεις στο καφενείο έξω από το θέατρο ή όπως έκανε η ταινία του Γιάννη Οικονομίδη. Να μείνουν οι παρέες, να μιλήσουν, να γίνει διάλογος ουσίας».

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΡΘΡΑ