Ανδρέας Κωνσταντίνου: Όσα δεν ξέρετε για τον γόη της «Μεγάλης Χίμαιρας»-Οι ερωτικές σκηνές και το μυστήριο για την προσωπική του ζωή
Δεν μιλά συχνά για όσα κρατά βαθιά μέσα του. Προτιμά να αφήνει το βλέμμα να αφηγείται και τη σιωπή να διατηρεί το μυστήριο. Ο γοητευτικός πρωταγωνιστής της «Μεγάλης Χίμαιρας» μπορεί να βρίσκεται στο επίκεντρο της προσοχής, όμως για την προσωπική του ζωή δεν λέει κουβέντα. Κι ίσως αυτή η διακριτικότητα να είναι ένα από τα πιο δυνατά του χαρακτηριστικά.

Όταν η συζήτηση έρχεται στις ερωτικές σκηνές της σειράς, η στάση του είναι ήρεμη, σχεδόν στοχαστική:«Για να είμαι ειλικρινής, προβληματίστηκα κι εγώ με τις ερωτικές σκηνές της σειράς. Όχι επειδή σοκάρομαι με την αποτύπωση ενός, εντέλει, βιολογικού γεγονότος, θεωρώ πως είμαστε πολύ εξοικειωμένοι με τέτοιες εικόνες, κι αν είμαστε όλοι εδώ και λέμε τις απόψεις μας περί ερωτικών σκηνών, είναι επειδή κάποτε οι γονείς μας επιδόθηκαν σε παρόμοιες πράξεις. Αυτό δε με σοκάρει.

Ο προβληματισμός μου αφορά περισσότερο το πως οι υπόλοιπες σκηνές συνδέονται μεταξύ τους και δημιουργούν τον συνολικό ρυθμό και την ένταση του έργου.Αναρωτιέμαι λοιπόν, αν η ροή, το βάθος και η ένταση των άλλων σκηνών επιτρέπουν στις ερωτικές σκηνές να ενσωματωθούν οργανικά συμβάλλοντας στην αίσθηση ενός συμπαγούς, πλούσιου, ζωντανού και αιχμηρού έργου, όπως είναι αυτό του Μ.Καραγάτση. Αυτό βέβαια, είναι εντελώς θεωρητικός στοχασμός, όταν η μάχη έχει ήδη δοθεί και κερδηθεί, κατά τη γνώμη μου πάντα, σε μεγάλο βαθμό».Τα λόγια του φανερώνουν έναν άνθρωπο που δεν στέκεται στην επιφάνεια, αλλά αναζητά τη συνοχή, το νόημα, την ουσία πίσω από κάθε σκηνή. Έναν ηθοποιό που αντιμετωπίζει τον ρόλο του με ευθύνη και ευαισθησία.

Γεννημένος στη Γερμανία και μεγαλωμένος ανάμεσα στην Κρήτη και κυρίως τη Θεσσαλονίκη, κουβαλά μέσα του διαφορετικούς τόπους και εικόνες. Παιδί ανήσυχο όχι «κακό», όπως σπεύδει ακόμη να διευκρινίσει έδινε καθημερινή μάχη με τη διάσπαση προσοχής. Τότε δεν υπήρχαν εύκολες ταμπέλες ή εξηγήσεις. Υπήρχε μόνο μια λέξη: «άτακτος».Στο Δημοτικό δεν καθόταν σε θρανίο, αλλά στην έδρα, δίπλα στη δασκάλα του, την κυρία Ελένη Ζαχαριάδου. Όχι από προνόμιο, αλλά από ανάγκη.

Κι όμως, εκείνο το παιδί που δυσκολευόταν να μείνει ήσυχο, είχε ήδη στραφεί στη σφαίρα του ονείρου. Φλέρταρε με τη φαντασία, έπλαθε ιστορίες, ζωγράφιζε εικόνες, έκανε μιμήσεις, γινόταν Καραγκιόζης και κλόουν για να κερδίσει ένα χαμόγελο — και λίγη αποδοχή.Στην ενήλικη ζωή του, το θέατρο δεν ήταν απλώς επιλογή. Ήταν φυσική συνέχεια. Παράλληλα, κρατούσε στα χέρια του το πτυχίο του κοινωνικού λειτουργού και εργαζόταν σε παιδότοπο στην Κρήτη, ως εμψυχωτής σε παιδικά πάρτι. Εκεί, μέσα στα γέλια και τα παιχνίδια, παρατηρούσε τις μικρές ψυχές να διεκδικούν χώρο, προσοχή, αγάπη. Ίσως γιατί αναγνώριζε σε αυτές κάτι από τον εαυτό του.Όσο για την ομορφιά του — αυτή που συχνά προηγείται πριν ακόμη ακουστεί η φωνή του δεν την αρνείται, αλλά δεν την αφήνει να τον ορίζει. Κάποτε τον προβλημάτιζε. Αναρωτιόταν μήπως το μέσα του μένει αθέατο. Σήμερα όμως μοιάζει πιο συμφιλιωμένος. Πιο ολόκληρος.Δεν επιδιώκει να αποδείξει κάτι. Ούτε να διαψεύσει προσδοκίες. Στέκεται με ηρεμία απέναντι σε ό,τι είναι και ό,τι φέρει. Και ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο γοητευτικό του στοιχείο: ότι παραμένει ένα μυστήριο που δεν βιάζεται να αποκαλυφθεί.













