Ο Μπισμπίκης για τις καταχρήσεις: «Η Δέσποινα με έσωσε από τις ουσίες και το ποτό»

Η ζωή του Βασίλη Μπισμπίκη δεν ήταν ποτέ ήρεμη. Η πορεία του ήταν γεμάτη υπερβολές, ρίσκα, στιγμές αυτοκαταστροφής. Από μικρός κουβαλούσε μέσα του μια τάση να δοκιμάζει τα όριά του, να παίζει με την τύχη, να σπρώχνει τον εαυτό του στα άκρα. Οι καταχρήσεις, τα τσιγάρα, οι ουσίες, οι  στιγμές που νόμιζε πως ήταν άτρωτος, όλα αυτά τον έφεραν πολλές φορές αντιμέτωπο με τη θνητότητά του.«Η περιπέτεια υγείας δεν με άλλαξε. Έπαθα έμφραγμα και έκανα και στεντ. Εκείνη τη στιγμή, όταν ήταν να μπω μέσα ήθελα να ειδοποιήσω τον γιο μου. Δεν φοβήθηκα τον θάνατο, ενώ νόμιζα ότι τον φοβόμουν.


Εγώ όλη μου τη ζωή είχα τον φόβο του θανάτου, δεν ήθελα να πεθάνω. Κατάλαβα ότι δεν φοβάμαι τελικά. Εκείνη τη στιγμή σκέφτηκα ότι “ok, και να πεθάνω δεν έγινε κάτι”. Δεν φοβήθηκα, δεν ξέρω γιατί. Από τότε δεν φοβάμαι καθόλου», είπε ο Βασίλης Μπισμπίκης.

«Με γλίτωσε η Δέσποινα»

Η συνειδητοποίηση ότι ο φόβος δεν τον ορίζει άλλαξε κάτι μέσα του. Σιγά-σιγά, άρχισε να βλέπει τη ζωή με διαφορετικά μάτια. Οι καταχρήσεις που κάποτε ήταν τρόπος να ξεφύγει, να νιώσει ζωντανός, άρχισαν να περιορίζονται. Κάποιες συνήθειες έμειναν — όπως το κάπνισμα — αλλά πλέον η αυτοκαταστροφή δεν κυριαρχούσε στις επιλογές του.«Άλλαξα λίγο τη ζωή μου μετά από αυτό. Σταμάτησα να νιώθω άτρωτος. Έχω μαζευτεί σε σχέση με τις καταχρήσεις, αλλά καπνίζω όμως. Δεν το έκοψα το τσιγάρο, ενώ θα έπρεπε να το κόψω. Ο καρδιολόγος αυτό που μου είπε. Μάλλον τζογάρω, ρισκάρω λίγο με τα πράγματα, μια αυτοκαταστροφή την έχω από μικρός. Σίγουρα δεν είμαι το καλό παράδειγμα. «Η Δέσποινα με έσωσε, δεν θα πήγαινα στο νοσοκομείο. Πήγα μετά από δική της μεγάλη επιμονή. Εγώ νόμιζα ότι είχα ψύξη. Εμένα με γλίτωσε η Δέσποινα».

Η συνειδητοποίηση

Και σε αυτή την πορεία, η Δέσποινα Βανδή ήταν η σταθερά που τον κράτησε, το χέρι που τον τράβηξε πίσω από τα όρια της αυτοκαταστροφής. Ο Βασίλης αναγνωρίζει σήμερα ότι η ζωή του θα μπορούσε να είχε πάρει άλλη τροπή αν δεν υπήρχε η επιμονή και η φροντίδα της. Ο έρωτας της Δέσποινας Βανδή δεν ήταν απλώς ένας συναισθηματικός δεσμός· ήταν η φωνή που του είπε ότι η ζωή αξίζει να παλέψει, η παρουσία που δεν τον άφησε να χαθεί στον εαυτό του. Η φλόγα που του άναψε η Δέσποινα τον τράβηξε έξω από τα σκοτάδια. Ξαφνικά, οι μέρες του δεν ήταν μόνο γεμάτες κίνδυνο ή αυτοκαταστροφή· ήταν μέρες που αξίζει να ζει.

Ο έρωτας έγινε η άγκυρα που τον συγκράτησε, η δύναμη που τον έκανε να σταθεί όρθιος όταν η ζωή του φαινόταν να γλιστράει μέσα στη σκιά. Η αγάπη του για εκείνη ήταν το φως που διαπέρασε τα χρόνια της μοναξιάς και της αμφιβολίας, το χέρι που τράβηξε τον Μπισμπίκη μακριά από την αυτοκαταστροφή, το χέρι που τον έκανε να πιστέψει ξανά στη ζωή. Από εκείνη τη στιγμή, κάθε του ανάσα έγινε υπενθύμιση ότι ακόμα και μέσα στο σκοτάδι, η σωτηρία μπορεί να έρθει από εκεί που δεν περιμένεις. Πλέον, ο Βασίλης δεν σταματά να κάνει όνειρα με τη Δέσποινα. Δεν είναι μόνο η αγάπη που τον κράτησε στη ζωή, αλλά η παρουσία της που συνεχίζει να γεμίζει τις μέρες και τις νύχτες του με φως.Τα όνειρά του δεν είναι απλώς αναμνήσεις· είναι ζωντανά, πλεγμένα με τις ελπίδες και τις επιθυμίες του. Κάθε νύχτα, η φωνή της, το χαμόγελό της, η επιμονή της, τον συνοδεύουν σαν φάρος που δεν σβήνει ποτέ.

 

 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΡΘΡΑ