Συγκλονίζει η Βικτώρια Δέλλα τη δεύτερη νύχτα χωρίς τη Γωγώ: «Έτσι ξεψύχησε στα χέρια μου»-Ο τελευταίος αναστεναγμός στην αγκαλιά της
Η δεύτερη νύχτα είναι πάντα πιο δύσκολη. Την πρώτη, όλα μοιάζουν θολά, σαν ένα κακό όνειρο που το μυαλό αρνείται να πιστέψει. Τη δεύτερη όμως, η σιωπή γίνεται πιο βαριά. Το σπίτι αδειάζει πραγματικά. Οι ήχοι χάνονται. Και η απουσία αποκτά πρόσωπο.
Απόψε, η Βικτώρια Δέλλα προσπαθεί να σταθεί όρθια μέσα στο πιο σκληρό κεφάλαιο της ζωής της. Προσπαθεί να συνηθίσει την ιδέα πως η Γωγώ δεν θα ξαναμπεί στο δωμάτιο, δεν θα την πάρει τηλέφωνο, δεν θα της πει εκείνο το «πρόσεχε» που συνόδευε κάθε τους κουβέντα. Η γυναίκα που ήταν η μητέρα της, η φίλη της, η μεγάλη της αγάπη, δεν είναι πια εδώ.

Οι ώρες περνούν αργά. Το φως από το κινητό της ανάβει συνεχώς μέσα στο σκοτάδι. Μηνύματα, κλήσεις, άνθρωποι που θέλουν να τη στηρίξουν. Η Βικτώρια μιλά με τις φίλες της, τις γυναίκες που αυτές τις ώρες έχουν γίνει το αποκούμπι της. Εκείνες που μένουν δίπλα της σιωπηλά, χωρίς μεγάλα λόγια, μόνο με μια αγκαλιά, ένα βλέμμα, μια παρουσία. Γιατί υπάρχουν στιγμές που ο πόνος δεν χωρά συμβουλές.
Και όμως, όσο κι αν προσπαθεί να ηρεμήσει, το μυαλό της επιστρέφει ξανά και ξανά στην τελευταία στιγμή. Στο τελευταίο βλέμμα της Γωγώς. Στην τελευταία της ανάσα.

«Ξεψύχησε μέσα στην αγκαλιά μου»
Η εικόνα δεν φεύγει από το μυαλό της. Η Βικτώρια ήταν εκεί μέχρι το τέλος. Δεν άφησε ούτε δευτερόλεπτο το χέρι της μητέρας της. Όσοι τη γνωρίζουν λένε πως τις τελευταίες ώρες είχε καταλάβει ότι πλησίαζε το δύσκολο αντίο, αλλά δεν ήταν έτοιμη να το δεχτεί.
Η Γωγώ ήταν ξαπλωμένη ήρεμα, με την κόρη της σκυμμένη πάνω της. Της χάιδευε τα μαλλιά, της μιλούσε χαμηλόφωνα, σαν να ήθελε να την κρατήσει λίγο ακόμη εδώ. Κάποια στιγμή, η ανάσα της άρχισε να γίνεται πιο αδύναμη. Πιο κοφτή. Και τότε, μέσα σε απόλυτη σιωπή, άφησε τον τελευταίο της αναστεναγμό στην αγκαλιά της Βικτώριας.
«Έφυγε στα χέρια μου…», φέρεται να λέει με δάκρυα στα μάτια στους ανθρώπους που βρίσκονται δίπλα της. Μια φράση που κουβαλά όλο το βάρος της απώλειας, αλλά και όλη την αγάπη που υπήρχε ανάμεσά τους.

Οι φίλες που δεν την αφήνουν μόνη
Απόψε, η Βικτώρια δεν θέλει να μείνει μόνη ούτε λεπτό. Οι φίλες της βρίσκονται συνεχώς κοντά της, άλλες στο σπίτι, άλλες στην άλλη άκρη του τηλεφώνου μέχρι τα ξημερώματα. Προσπαθούν να τη βοηθήσουν να φάει κάτι, να ξεκουραστεί, να πάρει μια ανάσα. Εκείνη όμως δείχνει χαμένη μέσα στις σκέψεις της.
Κάθε γωνιά του σπιτιού της θυμίζει τη μητέρα της. Ένα άρωμα, μια φωτογραφία, μια κούπα πάνω στο τραπέζι. Μικρές λεπτομέρειες που τώρα μοιάζουν αβάσταχτες.
Και μέσα σε αυτή τη δεύτερη νύχτα χωρίς τη Γωγώ, η Βικτώρια προσπαθεί να κάνει το πιο δύσκολο πράγμα απ’ όλα: να φανταστεί τη ζωή της χωρίς εκείνη. Να μάθει να ζει με ένα κενό που τίποτα δεν μπορεί να γεμίσει.













